Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Οκτωβρίου 2007

Το Δουκάτο των Αθηνών.

Το Δουκάτο των Αθηνών ήταν κρατίδιο με έδρα την Αθήνα το οποίο δημιουργήθηκε το 1205 από τους Φράγκους μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ' Σταυροφορίας (1204) και διατηρήθηκε ως την κατάληψη των Αθηνών από τους Τούρκους, το 1456 μετά από ύπαρξη 251 ετών.

Στα τέλη του 1204 ο Βονιφάτιος ο Μονφερατικός κατέλαβε την Αθήνα και οι Φράγκοι επιδόθηκαν στη λεηλασία της πόλης. Ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας στον Παρθενώνα συλήθηκε και καταστράφηκε η μητροπολιτική βιβλιοθήκη με τα πολύτιμα χειρόγραφα που είχε δημιουργήσει ο λόγιος μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης. Ο ίδιος, όπως και πολλοί από τους Αθηναίους, εγκατέλειψε την πόλη.

Ο Βονιφάτιος παραχώρησε την Αθήνα μαζί με τα Μέγαρα στον επιφανή ιππότη από τη Βουργουνδία Όθωνα de la Roche, στον οποίο είχε παραχωρήσει νωρίτερα και τη Θήβα. Ο Όθων προσαγορεύτηκε «Κύριος των Αθηνών» (Dominus Athenarum, Sire d'Athenes). Τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Γκυ ντε λα Ρος. Ο Γκυ αναγνωρίστηκε το 1260 από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ' ως δούκας των Αθηνών. Ο οίκος των Ντε λα Ρος ηγεμόνευσε μέχρι το 1308, οπότε πέθανε άκληρος ο Γκυ Β'. Τον διαδέχτηκε ο εξάδελφός του Γκωτιέ της Βρυέννης (de Brienne), κόμης του Λέτσε της Απουλίας.

Μετά τη μάχη της Κωπαΐδας το 1311, όπου οι Φράγκοι νικήθηκαν από τους Καταλανούς και όπου σκοτώθηκε ο δούκας της Αθήνας, το δουκάτο πέρασε στην κυριαρχία των Καταλανών που πρόσφεραν την ηγεμονία στο στέμμα των βασιλέων της Αραγωνίας. Η κυριαρχία των Καταλανών καταλύθηκε το 1388 με την κατάληψη της Ακρόπολης από τον Φλωρεντινό τραπεζίτη και τυχοδιώκτη Νέριο Ατσαγιόλι (Acciaiuoli), που από το 1385 είχε καταλάβει την πόλη της Αθήνας. Με εξαίρεση μια βραχύχρονη βενετική κατοχή (1395-1403) ο οίκος των Ατσαγιόλι ηγεμόνευσε μέχρι το 1458, όταν οι Τούρκοι, που από το 1456 είχαν καταλάβει την Αθήνα έγιναν κύριοι και της Ακρόπολης.

Σε όλη αυτή την περίοδο, η Αθήνα αποτελούσε το καύχημα των δυτικών κυριάρχων. Ο βασιλιάς της Αραγωνίας και δούκας της Αθήνας Πέτρος Δ' της Αραγωνίας είχε χαρακτηρίσει την Ακρόπολη το 1380 ως «το πιο ακριβό στολίδι που υπάρχει στον κόσμο», ενώ οι Φλωρεντινοί δούκες με τη φιλορθόδοξη πολιτική και την ελληνότροπη συμπεριφορά τους προπαρασκεύαζαν τον εξελληνισμό του δουκάτου και θεωρούσαν μέγιστο αγαθό τη διαβίωσή τους στην πόλη αυτή.

Κατάλογος των Δουκών των Αθηνών.

Όθων ντε λα Ρος (Μέγας Κύρης) (1205-1225)
Γκυ Α' ντε λα Ρος (ο πρώτος με τον τίτλο Δούκας) (1225-1263)
Ιωάννης ντε λα Ρος (1263-1280)
Γουλιέλμος ντε λα Ρος (1280-1287)
Ελένη Ντε Λα Ρος Δούκαινα Κομνηνή (ως επίτροπος του Γκυ Β')
Γκυ Β' ντε λα Ρος (1287-1308)
Γκωτιέ ντε Μπριέν (1308-1311)
Ρουτζιέρο Ντεσλόρ (Ruggero Deslaur) (1311-1312)
Μανφρέδος της Αραγωνίας (Manfredi d'Aragona) (1312-1317)
Μπερενγκέρ Εστανιόλ (Berenguer Estanyol) (βικάριος) 1312-1317
Γουλιέλμος της Αραγωνίας (Guglielmo II d'Aragona) (1317-1338)
Αλφόνσος Φρειδερίκος της Σικελίας (Alfonso Federico di Sicilia), (βικάριος) 1317-1338)
Ιωάννης Β' της Αραγωνίας (Giovanni II d'Aragona) (1338-1348)
Φρειδερίκος Α' των Αθηνών (Federico I di Atene) (1348-1355
Φρειδερίκος Γ' ο απλός της Σικελίας, Φρειδερίκος Β' των Αθηνών (1355-1377)
Ρουτζέρο ντε Φλορ (Ruggero de Flor) (βικάριος) 1362-1370
Λουδοβίκος Φρειδερίκος κόμης Σαλώνων (Luigi Federico conte di Salona) (βικάριος) 1375-1380
Μαρία της Σικελίας (Maria di Sicilia) (1377-1388) (με τον Πέτρο Δ' της Αραγωνίας από το 1381)
Νέρι Α' Ατσαϊόλι (Neri I Acciaioli) (1388-1394)
Αντώνιος Α' Ατσαϊόλι (Antonio I Acciaioli) 1394-1395
Φραγκίσκος Francesco Acciaioli (1394-1395)
Έλεγχος από την Βενετία (1395-1402)
Αντώνιος Α' Ατσαϊόλι Antonio I Acciaioli (1402-1435)
Νέρι B' Ατσαϊόλι (Neri II Acciaioli) (1435-1439)
Αντώνιος Α' Ατσαϊόλι (Antonio II Acciaioli) (1439-1441)
Νέρι B' Ατσαϊόλι (δέυτερη φορά) (1441-1451)
Κλάρα Ζόρζι (Clara Zorzi) 1451
Βαρθολομέος Κονταρίνι (Bartolomeo Contarini) 1451-1454
Φραγκίσκος Α' Κονταρίνι (Francesco I Contarini) 1451-1454
Φραγκίσκος Β' Κονταρίνι (Francesco II Acciaioli) (1455-1458)

02 Οκτωβρίου 2007

Το δημοτικο τραγουδι και ο ερωτας.

Η μουσική συλλογή με τίτλο "Του Κρασιού και του Έρωτα" περιλαμβάνει μια σειρά από επιλεγμένα μελοποιημένα αποσπάσματα αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών (Ανακρέων, Σαπφώ, Αλκαίος, Ίων ο Χίος , Πρατίνας, Κριτίας) με κοινό στοιχείο την αναφορά στο Κρασί και τον Έρωτα.

Στόχος του έργου είναι η προβολή της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης ως πρωτοπόρου και επαναστατικού λόγου, που οριοθετεί ένα σημαντικό σταθμό στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Την τοποθέτηση του ανθρώπου ως ατόμου στο κέντρο του ιστορικού γίγνεσθαι καθώς υπήρξε η απαρχή της θεματικής στροφής της Τέχνης από την εξύμνηση των λαμπρών κατορθωμάτων ηρώων και ηγεμόνων στον απλό άνθρωπο και την καθημερινή του ζωή, που αποκτά πλέον αξία . Η απελευθέρωση αυτή της ανθρώπινης σκέψης από τους φόβους και τις προκαταλήψεις, η αναζήτηση της αλήθειας, ο ύμνος στη ζωή και τα πάθη της και η αποδοχή του ανθρώπου ως ατόμου-πολίτη γεννούν κατά σειρά την επιστήμη το θέατρο και τη δημοκρατία.

Ένας δεύτερος όμως και εξίσου σημαντικός λόγος είναι η κατάδειξη όχι μόνο της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας και μουσικής μέσα στο χρόνο αλλά και της συνέχειας μέσα στους αιώνες της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, στάσης ζωής και φιλοσοφίας.

Ο Ησίοδος, στη Θεογονία του, θεωρεί ως αρχαιότερη θεά τη Γαία και ως αρχαιότερο θεό τον Έρωτα, που είναι ο ωραιότερος απ’ όλους τους αθάνατους, λύνει τα μέλη του σώματος, λυγάει την ψυχή και των θεών και των ανθρώπων και σβήνει την περίσκεψη από τον νου τους. Και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, που είναι το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας δοκίμιο για τον έρωτα, ο Φαίδρος υποστηρίζει ότι η ζωή των ανθρώπων δεν πρέπει να κατευθύνεται ούτε από τους συγγενικούς δεσμούς ούτε από τα πλούτη ούτε από τίποτα άλλο, αλλά από τον έρωτα. Ο Ευρυξίμαχος, με τη σειρά του, επισημαίνει ότι ο θεός Έρωτας δεν περιορίζει τη δράση του στους θεούς και τους ανθρώπους, αλλά εκτείνει τη δύναμή του σε ολόκληρο το σύμπαν.
Παίρνοντας, στη συνέχεια, τον λόγο, ο Αριστοφάνης εκθέτει τη δική του άποψη για τον έρωτα. Λέει, λοιπόν, ότι παλιά το ανθρώπινο σώμα δεν ήταν όπως αυτό που έχουμε τώρα, αλλά ήταν διπλό. Είχαμε, δηλαδή, δύο σώματα ενωμένα σε ένα. Αλλά επειδή οι άνθρωποι τόλμησαν κάποια στιγμή να τα βάλουν με τους ίδιους τους θεούς, ο Δίας αποφάσισε να τους τιμωρήσει. Έτσι, έκοψε στη μέση τα διπλά τους σώματα κι έφτιαξε από τον καθένα δυο διαφορετικούς ανθρώπους που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Μετά τη διχοτόμηση, το κάθε σώμα αναζητούσε απεγνωσμένα το άλλο του μισό. Κι όταν το έβρισκε, το σφιχταγκάλιαζε και δεν έκανε τίποτα άλλο, παρά περίμενε να ξαναενωθεί μαζί του. Καθώς τα δυο μισά δεν νοιάζονταν ούτε για φαγητό ούτε για ύπνο, το γένος των ανθρώπων κινδύνευε με αφανισμό. Ο Δίας τους λυπήθηκε και, τοποθετώντας αντικριστά τα γεννητικά τους όργανα, όρισε να ερωτεύονται και να σμίγουν για να αναπαραχθούν. Γι’ αυτό και ο έρωτας είναι η αναζήτηση του χαμένου μας μισού. Ερωτευόμαστε γιατί ποθούμε να ξαναβρούμε τη χαμένη μας ενότητα, γιατί νοσταλγούμε, δηλαδή, την παλιά μας ολοκληρωμένη φύση.
Μετά τον Αριστοφάνη, ο Αγάθωνας τονίζει ότι ο έρωτας είναι αυτός που φέρνει την ειρήνη στους ανθρώπους και στο πέλαγος την απανεμιά και τη γαλήνη. Αυτός είναι επίσης που κοιμίζει τους ανέμους και χαρίζει τον ύπνο στα θλιμμένα κορμιά. Ο έρωτας, που εξαφανίζει την αγριότητα και μας κάνει μειλίχιους, είναι το στολίδι θεών και ανθρώπων και όλοι μας πρέπει να τον ακολουθούμε πιστά και να τον δοξάζουμε σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας. Τελευταίος παίρνει τον λόγο ο μεγάλος ανατροπέας, ο Σωκράτης. Πρώτα πρώτα, αμφισβητεί ότι ο έρωτας είναι θεός. Είναι, λέει, δαίμονας, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε θεό και σε άνθρωπο. Γονείς του είναι η Πενία και ο Πόρος. Είναι μονίμως φτωχός και κάθε άλλο παρά ωραίος όπως τον φαντάζονται οι πολλοί. Είναι απεριποίητος, ξυπόλυτος και άστεγος. Δεν κοιμάται σε κρεβάτια και στρώματα, αλλά στο δάπεδο, στο ύπαιθρο, στους δρόμους, στα κατώφλια, έχοντας ως μόνιμη σύντροφο τη στέρηση. Είναι, σαν τον πατέρα του, πανούργος παγιδευτής των ωραίων και των εκλεκτών, γενναίος και ριψοκίνδυνος, δολοπλόκος και επιτήδειος γητευτής, που ξέρει να μαγεύει πότε με βότανα και πότε με όμορφα λόγια. Πότε δεν έχει κάτι σε απόλυτο βαθμό, αλλά βρίσκεται πάντοτε στη μέση, ανάμεσα σε πράγματα αντίθετα. Δεν είναι, για παράδειγμα, ούτε διαρκώς πλούσιος ούτε διαρκώς φτωχός, αλλά πότε πλούσιος και πότε φτωχός.
Ο έρωτας, συνεχίζει ο Σωκράτης, είναι επιθυμία γέννησης μέσα στο ωραίο. Όταν δηλαδή κάποιος αισθάνεται την ανάγκη να γεννήσει (είτε ένα παιδί είτε ένα έργο πνευματικό), για να κερδίσει έτσι την αθανασία, ερωτεύεται και αναζητεί κάτι όμορφο (είτε σώμα είτε ψυχή είτε κάτι άλλο) για να γεννήσει μέσα του. Υπάρχει, τώρα, μια, ας πούμε, “ερωτική σκάλα” την οποία πρέπει να ανέβει κάθε συνετός άνθρωπος. Στο πρώτο σκαλοπάτι, ο άνθρωπος αυτός ερωτεύεται τα ωραία σώματα. Ύστερα, ανακαλύπτει ότι η ομορφιά της ψυχής είναι σημαντικότερη από αυτήν του σώματος και αρχίζει να ερωτεύεται τις ωραίες ψυχές. Στη συνέχεια, ερωτεύεται την επιστήμη, τη γνώση, και φτάνει (σε μεγάλη ηλικία) στο τελευταίο σκαλοπάτι, όπου ερωτεύεται την απόλυτη ομορφιά, την αιώνια και άφθαρτη ιδέα του ωραίου. Είναι φανερό ότι στους νέους ανθρώπους αρμόζει ο έρωτας των σωμάτων, ως μαθητεία στην ομορφιά, ενώ ο έρωτας των ιδεών ταιριάζει στους ηλικιωμένους.
Ο έρωτας και η αγάπη είναι συναισθήματα που έχουν πολλές ομοιότητες, αλλά και αρκετές διαφορές μεταξύ τους. Ωστόσο, συχνά χρησιμοποιούμε και τους δυο όρους για να εκφράσουμε το ίδιο συναίσθημα. Ο λαϊκός άνθρωπος, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί τη λέξη “αγάπη” για να δηλώσει κυρίως τα ερωτικά του συναισθήματα. Αλλά το ίδιο έκαναν -και κάνουν- και άνθρωποι που είναι σε θέση να διακρίνουν τις διαφορές των δύο εννοιών (αν, τελικά, υπάρχουν ευδιάκριτες διαφορές). Όταν ο Σταντάλ λέει ότι “αγάπη είναι ν’ απολαμβάνεις, να βλέπεις, ν’ αγγίζεις και να νιώθεις μ’ όλες σου τις αισθήσεις”, μάλλον αναφέρεται σε μια ερωτική ορμή που αγκαλιάζει όλο το σύμπαν. Κι όταν ο Μπαλζάκ ορίζει την αγάπη ως “την ποίηση των αισθήσεων” μάλλον έχει κατά νου τον έρωτα. Στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, εκφράζονται (με ανυπέρβλητης ομορφιάς απλότητα) όλα όσα έχουν να κάνουν με τον έρωτα και την αγάπη. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι αυτό που πρώτιστα ενδιαφέρει τον ερωτευμένο λαϊκό άνθρωπο είναι η ομορφιά του σώματος. Αλλά θα αποφύγω την παγίδα να νερώσω με θεωρητικά σχόλια αυτήν την καθαρή ερωτική ποίηση, που συγκίνησε μεγάλους δημιουργούς όπως ο Χατζιδάκις. Έτσι, θα αφήσω τα ίδια τα τραγούδια να μιλήσουν κατευθείαν στην ψυχή σας.

Εβγάτε αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια
Πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται η αγάπη
-Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει
Κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει

Δεν ειν’ ο έρωτας ανθός, μαζί του για να παίξεις
Μον’ είναι βάτος μ’ αγκαθιές κι αλίμονό σου αν μπλέξεις

Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη
Θέλει λαγού περπατησιά, αϊτού γληγοροσύνη

Μάτια με μάτια βλέπονται κι αχείλι δε φιλιέται
Κορμί δεν αγκαλιάζεται, αγάπη δε λογιέται

Η αγάπη βράχους κατελεί και τα θεριά μερώνει
Κι εγώ την έχω στην καρδιά, γι αυτό με θανατώνει

Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη
Αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ’ εκείνη
Και για να φύγω δεν μπορώ, με τα φτερά με σώνει
Αυτός ζυγώνει από κοντά κι από μακριά σκοτώνει

Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει
Σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει

Δίχως χιονιά χιονίζουμαι, δίχως βροχές βροχιούμαι
Δίχως μαχαίρια σφάζουμαι, όντας σε συλλογιούμαι

Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω
Κι όταν σε συλλογίζομαι τρέμω κι αναστενάζω

Στάλα στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι
Κι η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλικάρι

Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις
Και την ψυχή μ’ και την καρδιά μ’ εσύ με την ορίζεις

Μα συ ‘σαι μια βασίλισσα, π’ όλο τον κόσμο ορίζεις
Σα θέλεις παίρνεις τη ζωή, σα θέλεις τη χαρίζεις

Μελαχρινό μου πρόσωπο, μη βάνεις κοκκινάδι
Κι αποθαμένους και νεκρούς τους βγάζεις απ’ τον Άδη

Σένα σου πρέπει, μάτια μου, βασίλισσα να γίνεις
Και στο θρονί να κάθεσαι, τις όμορφες να κρίνεις

Να ‘χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια
Να πάθιουν τα πατήματα, να ‘πιανα τα κερκέλια
Ν’ ανέβαινα στον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω
Να δώσω σείσμα τ’ ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη
Να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι
Το χιόνι να ρίξει στα βουνά και το νερό στους κάμπους
Στην πόρτα της πολυαγαπώς τ’ ατίμητο χρυσάφι

Να ‘σουν στον κάμπο λεϊμονιά κι εγώ στα όρη χιόνι
Να λιώνω να ποτίζονται οι δροσεροί σου κλώνοι

Να ‘χα το σύννεφο άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
Το φεγγαράκι της αυγής να ‘ρχόμουν κάθε βράδυ

Τα χείλη σου είναι ζάχαρη, το μάγουλό σου μήλο
Τα στήθη σου παράδεισος και το κορμί σου κρίνο
Να φίλουνα τη ζάχαρη, να δάγκανα το μήλο
Ν’ άνοιγεν ο παράδεισος, ν’ αγκάλιαζα τον κρίνο

Να ‘ταν τα στήθια μου ανοιχτά, να δεις τα σωθικά μου
Πως φυτρωμένη ευρίσκεσαι μέσα εις την καρδιά μου

Καθημερνέ μου λογισμέ και νυκτική μου ελπίδα
Να μ’ είχε πάρει ο θάνατος την ώρα που σε είδα

Αν μ’ αγαπάς κι ειν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
Γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω

Δεν θέλω εγώ παράδεισο, μητ’ εκκλησιά ν’ αγιάσω
Μον’ θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω

Σαν τι το θέλει η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι
Οπόχει μες στο σπίτι της τ’ Αυγούστου το φεγγάρι!

Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
Ένα που βγαίνει το πουρνό, όταν γλυκοχαράζει

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει
Που στέκεις πάντα δροσερό κι ανθείς και λουλουδίζεις;

Θαμάζομαι όνταν πορπατείς πώς δεν ανθούν οι ρούγες
Και πώς δε γίνεσαι αϊτός με τις χρυσές φτερούγες

Όποιος φιλάει την αυγή την αγαπητική του
Παίρνει του Μάη τη δροσιά, τη ρίχνει στο κορμί του

Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμούνται
Μόνο να κανακεύονται και να γλυκοφιλούνται

Σου στέλνω χαιρετίσματα, με μήλο δαγκωμένο
Κι ανάμεσα στη δαγκασιά, σου ‘χω φιλί βαλμένο

Κόκκιν’ αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
Και στο μαντήλι το ‘συρα κι έβαψε το μαντήλι
Και στο ποτάμι το ‘πλυνα κι έβαψε το ποτάμι
Κι έβαψ’ η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου
Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του
Κι έβαψ’ ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο

-Κόρη, όταν φιλιόμαστε, νύχτα ‘ταν, ποιος μας είδε;
-Μας είδε τ’ άστρο της νυχτός, μας είδε το φεγγάρι
Και το φεγγάρι έσκυψε, τής θάλασσας το λέει
Θάλασσα το ‘πε τού κουπιού και το κουπί τού ναύτη
Κι ο ναύτης το τραγούδησε στης λυγερής την πόρτα

Σε φίλησα, σε τσίμπησα, σου πήρα τις γλυκάδες
Κι αν σε φιλήσει άλλος κανείς, δεν έχεις νοστιμάδες

Εμίσεψες και μ’ άφησες σαν παραπονεμένη
Σαν εκκλησιά αλειτούργητη σε χώρα κουρσεμένη

Η αγάπη σου είναι ψεύτικη, σαν του Μαγιού το χιόνι
Οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει

Εγώ ‘λεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τ’ εμένα
Μα συ ‘τρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα

Μηλιά που σε καμάρωνα καθημερνή και σκόλη
Τώρα έπλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι

Θα βάλω μια κακή φωνή, τη γης για να τρυπήσω
Να βγάλω την αγάπη μου, να τη γλυκοφιλήσω

19 Σεπτεμβρίου 2007

Η Μαντιναδα.

Η κρητική διάλεκτος θεωρείται η μακροβιότερη στον Ελλαδικό χώρο. Ομιλείται εκτός από την Κρήτη στο χωριό Χαμιδέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι κρητικοί το 1923. Χαρακτηριστικά της είναι, μεταξύ άλλων, η διατήρηση αρχαϊσμών, καθώς και η αποφυγή ορισμένων συμφωνικών συμπλεγμάτων.

Χαρακτηριστικό είδος έκφρασης στην κρητική διάλεκτο αποτελεί η μαντινάδα.

Η μαντινάδα ή πατινάδα ή κοτσάκι είναι ποίημα που αποτελείται από δυο στίχους που συνήθως είναι δεκαπεντασύλλαβοι σε ομοιοκαταληξία ή και τέσσερα ημιστίχια που δεν ομοιοκαταληκτούν απαραίτητα. Αποτελεί μέσο αυθόρμητης λαϊκής έκφρασης σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, κυρίως όμως ως κατηγορία του νησιώτικου ελληνικού τραγουδιού στην Κρήτη, που είναι ξακουστή για τις μαντινάδες της.

Αυτό το είδος της έμετρης λαϊκής έκφρασης στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στην Απείρανθο της Νάξου λέγεται "κοτσάκι" (π.χ. "Με κοτσάκια φανερώνω, / της αγάπης μου τον πόνο"!) Αντίστοιχα ονόματα αυτού του είδους είναι επίσης τα λιανοτράγουδα, οι ρίμες, οι παρόλες τα "στιχάκια" ή τα "δίστιχα" άλλων περιοχών της Ελλάδας.


Το όνομα "μαντινάδα" θεωρείται εξελληνισμένος τύπος του ενετικού "mantinada" που είναι ταυτόσημο με το ιταλικό "mantinatta". Όμως αυτό το είδος υπήρχε και προ της Ενετοκρατίας όπως αποδεικνύεται σε βυζαντινό χειρόγραφο του 15ου αιώνα όπου περιέχονται τα "Καταλόγια" (βυζαντινά λαϊκά νυκτερινά τραγούδια) τα οποία και είναι μαντινάδες όπως για παράδειγμα τα δύο ακόλουθα βυζαντινά:

Εψές επερνοδιάβαινα, κόρη, εκ της γειτονιάς σου
κι η γειτονιά σου μ΄ ήννοιωσεν και συ κόρη εκοιμάσου.(!)
Όλοι δοξεύουν μ΄ άρματα, όλοι με τα δοξάτια (αντί δοξάρια)
κι εσύ εκ το παραθύρι σου δοξεύεις με τα μάτια. (!)
Αλλά και στην ελληνική αρχαιότητα παρατηρούνται τέτοια άσματα, του αρχαίου "κώμου" των υπερεύθυμων που κατά ομάδες μετά από γλέντι (ευωχία) περιερχόμενοι τους δρόμους τραγουδούσαν «εκωμαόδουν» τα αισθήματά τους κάτω από τα παράθυρα των εκλεκτών τους. Χαρακτηριστικό το δίστιχο του αλεξανδρινού ποιητή Καλλίμαχου που αποκαλεί την καλή του Κωνώπιον:

Ούτως υπνώσαις, Κωνώπιον ως εμέ ποιείς
κοιμάσθαι ψυχροίς τοίσδε παρα προθύροις
(=Έτσι νάδινε ο Θεός να κοιμάσαι κι εσύ Κωνώπιον όπως
κι εμένα με κάνεις να ξαγρυπνώ μπρός στα κρύα σου παράθυρα)
Συνεπώς ως είδος λαϊκού τραγουδιού φέρεται να είναι αρχαίο ελληνικό.

Οι μαντινάδες τραγουδιώνται κυρίως σε γάμους, βαπτίσια, σε εύθυμες συγκεντρώσεις κατά τη διάρκεια γλεντιού ή χορών αλλά και ως καντάδες.

Πουλιά κι΄αϊδόνια κελαϊδούν
εις τα παράθυρα σας
να είναι καλορίζικα
τα στεφανώματα σας.

08 Σεπτεμβρίου 2007

Το Δουκατο των Αθηνων.

Η περίοδος της φραγκοκρατίας της Αθήνας μπορεί να διακριθεί σε τρεις εποχές:

α) στην εποχή της κυρίως φραγκοκρατίας, που η πόλη είχε καταληφθεί και διοικούνταν από Βουργουνδίους άρχοντες Δελαρός (De la Roches), (1204-1311)

β) στην εποχή της καταλανικής κατακτήσεως που η πόλη περιήλθε στην κατοχή και διοίκηση της Μεγάλης Καταλανικής Εταιρείας της Αραγωνικής αυλής των Καταλανών (1311-1388) και

γ) στην εποχή της Φλωρεντινής κυριαρχίας με τον οίκο Ατζαγιόλη (1388-1456).

Η περιοχή της Αττικής παραχωρήθηκε στον Όθωνα Δελαρός και αποτέλεσε το Δουκάτο των Αθηνών. Ο Όθων Δελαρός όρισε πρωτεύουσα τη Θήβα ενώ την Αθήνα, ασήμαντη την εποχή εκείνη πόλη, για την αρχαία της δόξα, κατέστησε ισότιμη εκκλησιαστικά προς την πρωτεύουσα. Όπως στη Θήβα, εγκαταστάθηκε και στην Αθήνα λατινική αρχιεπισκοπή, ενώ αδιαφόρησε για το επίνειό της.

Ο Όθων Δελαρός δεν σκέφτηκε να συγκροτήσει στόλο για την υπεράσπιση των εκτεταμένων παραλίων του Μεγακυράτου. Με ελάχιστα πλοία ερασιτεχνών, ιδίων πειρατών, ο Δελαρός προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τους επαγγελματίες πειρατές, οι οποίοι λυμαίνονταν τις ακτές της περιοχής. Έτσι δεν εκτίμησε δεόντως το ποίμνιο των Αθηνών. Και οι επιχειρήσεις του Ι. Δελαρός εναντίον των λυμαίνοντων το Αιγαίο και τις θάλασσες του Δουκάτου πειρατών λάμβανε μερικές φορές μορφή επιθετικών επιδρομών κατά των νήσων του Αιγαίου πελάγους, τα δε εκ τούτων οφέλη διέθετε για τις ανάγκες της συντήρησης του πολυδάπανου δουκάτου.

«Η Βουργουνδιακή Αθήνα έκλεινε στους κόλπους της την Αττική, τη Βοιωτία, τη Μεγαρίδα, τις οχυρές πόλεις του Άργους και της Ναυπλίας και την αρχαία Οπουντιακή Λοκρίδα. Με μια τέτοια θέση, η Αθηναϊκή Πολιτεία κατείχε μια αξιόλογη έκταση παραλίων και τουλάχιστον τέσσερα πόρτα (λιμάνια): του Πειραιά (το Πόρτο Λεόνε), τη Ναυπλία, την Αταλάντη απέναντι στην Εύβοια, και τη Λιβαδόστρα ή Rive d’ Ostre, όπως την ονόμαζαν οι Φράγκοι στον κόλπο των Αλκυονιδών, στον Κορινθιακό κόλπο, το συνηθισμένο πόρτο που ταξίδευαν για τη Δύση.

Ωστόσο οι Βουργούνδιοι αφέντες της Αθήνας μικρή προσπάθεια έκαναν για να δημιουργήσουν στόλο γιατί περιορίστηκαν σε ερασιτεχνικό πλιάτσικο. Οι επαγγελματίες πειρατές με την ευκαιρία, που δεν υπήρχε καμία ναυτική δύναμη στην πολιτεία, έκαναν τη δουλειά τους, τα πρώτα χρόνια της φραγκοκρατίας όπως και στα τελευταία της Βυζαντινής εποχής. Οι Λατίνοι πειρατές αποκαλούμενοι Καπελλέτι (Capeletti) αδιαφορώντας για το ότι η Αττική ήταν τώρα Λατινικό κράτος, έκαναν τις ακτές επικίνδυνες, σε σημείο που το ταξίδι ως τον Κορινθιακό κόλπο αποκαλείτο «Η αποδημία του Αχέροντα», τόσο ώστε ο Επίσκοπος των Θερμοπυλών να μεταφέρει την έδρα του στην ενδοχώρα για να αποφύγει αυτούς τους θαλασσινούς ληστές» (W. Miller, ο.π., σ. 110). Έτσι τα παράλια της Αττικής είχαν μετατραπεί σε πειρατικές φωλιές.

Δεν υπάρχουν πηγές που να μαρτυρούν ότι ο Πειραιάς χρησιμοποιήθηκε ως εμπορικό λιμάνι ούτε από τους De la Roche (1204-1311), ούτε από τους Καταλανούς (1311-1388) εκτός από ορισμένες έκτακτες ή ευκαιριακές περιπτώσεις.

«Στις 9 Ιουνίου 1319 συνήφθηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ του Φρειδερίκου της Σικελίας (για τους Καταλανούς) και της Βενετίας που ανανεώθηκε δυο χρόνια. Σ’ αυτή την ειρήνη η εταιρεία Καταλανών δεν είχε δικαίωμα να εξοπλίσει πλοία στο Σαρωνικό κόλπο (της «θάλασσας» της Αθήνας). Αυτά τα έκτακτα μέτρα είχαν σκοπό να παρεμποδίσουν την αύξηση του Καταλανικού στόλου που είχε αρχίσει να γίνεται απειλητικός για τα Βενετσιάνικα συμφέροντα στην Ανατολή (W. Miller, ο.π., σ. 306). Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, το καταλανικό εμπόριο από και προς το Δουκάτο Αθηνών θα περιοριζόταν στο λιμάνι του Λιβαδοστρού στον Κορινθιακό Κόλπο. Σε σύγκριση με το Πόρτο Λεόνε, οι λιμενικές διευκολύνσεις του Λιβαδοστρού (Ρίβα ντ’ Όστρο) ήταν σημαντικά κατώτερες. Υπήρχε μόνο ένα φυλάκιο και όλα τα φορτία έπρεπε να μεταφέρονται στην ξηρά με βάρκες. Κανένα καταλανικό σκάφος δεν επιτρεπόταν να πλεύσει στο Σαρωνικό, ενώ όσα βρίσκονταν ήδη εκεί θα παροπλίζονταν και τα εφόδιά τους θα αποθηκεύονταν στην Ακρόπολη (In castro Athenarum).

Όλες οι φιλοδοξίες του οίκου της Βαρκελώνης στο δυτικό Αιγαίο παραχωρήθηκαν από τους Καταλανούς της κεντρικής Ελλάδος (δηλ. του Δουκάτου των Αθηνών) με αντάλλαγμα την ευμενή στάση των Βενετών στα εδαφικά κέρδη που είχαν αποκτήσει στην ηπειρωτική χώρα (P. Lock «Οι Φράγκοι στο Αιγαίο», σ. 203). Έτσι οι Βενετοί εμπόδισαν την ανάπτυξη του Πειραιά συστηματικά με σκοπό την υποβάθμισή του. Το ίδιο ισχύει και για την τελευταία περίοδο της Φραγκοκρατίας (Φλωρεντιακή-Βενετική) που κράτησε ως το 1456.

Επί ενετοκρατίας η χερσόνησος Ακτή (Πειραϊκή χερσόνησος) απομονώθηκε δια τείχους από της άλλης πόλεως μ’ ένα ενετικό φρούριο. Και δεν πρέπει να παραλείψω ότι από τις αρχές του 11ου αιώνος υπήρχε στον Πειραιά η μονή του Αγίου Σπυρίδωνος. Και όπως γράφει ο Ιωάννης Μελάς: «… εις το ερημωμένον επί αιώνας πειραϊκόν και όλον παράλιον περίγυρον, μνήμονες των παλαιών… έστεκαν οι μοναχοί του από του ΙΑ΄ τουλάχιστον μ.Χ. αιώνος ιδρυμένου μοναστηρίου του Αγίου Σπυρίδωνος…».

Κατά την πρώτη περίοδο ο Πειραιάς διατελεί εν τελεία παρακμή και μόνο ως λιμάνι εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, αναφέρονται δε οι εκάστοτε δι’ αυτόν επιδρομώντες κατά των Αθηνών.

Περιορισμένες είναι οι πληροφορίες που δίνουν οι πηγές για την οικονομική και εμπορική κίνηση στα πρώτα χρόνια της καταλανοκρατίας στην Ελλάδα. Οι Βενετοί είχαν εμποδίσει την ανάπτυξη του Πειραιά, που βρισκόταν πολύ κοντά στις κτήσεις τους ιδίως στην Εύβοια και τις Κυκλάδες, και το μόνο λιμάνι που φαίνεται ότι γνώρισε κάποια κίνηση ήταν το Λιβάδοστρο στον κορινθιακό κόλπο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. θ΄ σε. 258).

«Με τη διανομή του 1204, οι Βενετοί πήραν αρκετές βυζαντινές πόλεις, που διέθεταν λιμάνια, τα οποία βελτίωσαν και χρησιμοποίησαν, αλλά οι Φράγκοι άργησαν πολύ να δημιουργήσουν παρόμοιες εγκαταστάσεις. Επίνειο της Άμφισσας ήταν η Ιτέα ενώ βασικό λιμάνι του Δουκάτου των Αθηνών φαίνεται ότι ήταν πάντα το Λιβαδοστρό στον Κορινθιακό κόλπο. Αμφότερα ήταν απλά αραξοβόλια που προστατεύονταν από έναν πύργο. Το εμπόριο διαμέσου αυτών ήταν περιορισμένο και βασικός λόγος υπάρξεώς τους φαίνεται η ταχεία προσπέλαση στα λιμάνια της νότιας Ιταλίας.

Ο Πειραιάς είχε φυσικά αρκετά ανεπτυγμένες λιμενικές εγκαταστάσεις, στις οποίες προστέθηκε ένας πύργος κάποια στιγμή πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα. Το λιμάνι του εξυπηρετούσε το Αιγαίο και φαίνεται ότι ήταν πολύ σημαντικό για το Δουκάτο των Αθηνών, τον 14ο αιώνα. Οι Βενετοί αγωνίστηκαν να περιορίσουν τις καταλανικές δραστηριότητες (στο Πόρτο Λεόνε)


Κι όπως γράφει ο W. Miller: «Μ’ όλο που η Βενετία υποχρέωνε την εταιρία των Καταλανών να μην έχει γαλέρες στον Πειραιά, κι έφερνε εμπόδια στους Καταλανούς της Αίγινας, σε κάθε εμπορική κίνηση, το «Πόρτο της Αθήνας» είχε ξανααποκτήσει μέρος της αξίας του γιατί ακούμε για έναν λιμενάρχη διορισμένο και για πλοία από την Ισπανία που πόδισαν εκεί» (W. Miller, ο.π., σ. 392).

Και ο Φερδινάνδος Γρηγορόβιος (Ιστορία της Πόλεως των Αθηνών κατά τους μέσους αιώνας, μετάφ. Σπ. Λάμπρου, βιβλ. Γ΄, κεφ. Β΄) γράφει: «Τουλάχιστον δεν περιεσώθησαν μέχρις ημών ειδήσεις περί της κατά θάλασσαν εμπορίας, ουδέ ηδυνήθημεν ν’ ανακαλύψωμεν Αθηναίου εμπόρους και Αθηναϊκά εμπορικά πρακτορεία στους λιμένες της Ανατολής. Τον δε Πειραιά φαίνονται επισκευάσαντες οι Δελαρός χάριν εμπορικών πλοίων».

Αντίθετα η Σοφία Ι Δοανίδου (Η Φραγκοκρατία στην Πόλη των Αθηνών 1204-1456) υποστηρίζει ότι οι Φλωρεντίνοι χρησιμοποίησαν τον Πειραιά ως εμπορικό λιμάνι, χωρίς όμως ανάλογες πειστικές μαρτυρίες. Αλλά στην περίοδο της ηγεμονίας το Γκυ Β΄ De la Roche (1287-1308) υπήρξε μια ακτινοβολία του δουκάτου, «που πήγαζε από την καλλιέργεια και την υφαντική βιοτεχνία μετάξης. Η κοπή νομισμάτων υποδηλώνει την οικονομική ευημερία του δουκάτου» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λάρους-Μπριτάνικα λ. Αθήνα σ. 357). Μετά το 1820 κυκλοφόρησε από δουκάτο ένα δηνάριο-Τορνέσι στη Θήβα.

Ο C. G. Lowe (1588) γράφει ότι υπάρχει πολύ εμπόριο στην Αθήνα. Σαν σπουδαία εμπορεύματα αναφέρει ειδικά το μετάξι, το μπαμπάκι, τα βελανίδια και το κερί, τα οποία παράγονται στην Αττική.

Και μην ξεχάσω να αναφέρω την επίσκεψη στην Αθήνα του Μακιαβέλι (στις 16 Δεκεμβρίου 1423) που τονίζει σε επιστολή του προς το Νέριο της Λευκάδας ότι «ποτέ δεν είδε χώρα τόσο ωραία όπως αυτή και ακρόπολη τόσο ωραία». Και φυσικά πέρασε και από το Πόρτο Λεόνε. Τότε, ο καταλανικός πληθυσμός της Αθήνας ήταν περίπου 3.000 άτομα σε σύνολο 10.000 (P. Lock). Το 1435 ο Νέριος Αντζαγιόλης κατορθώνει δι ενός ενετικού κατέργου να κυριεύσει τον Πειραιά, κατόπιν την Αθήνα, πλην της Ακροπόλεως. Θρυλική παράδοση αναφέρει ότι περί τα τέλη της Φραγκοκρατίας κατέπλευσεν ο ενετικός στολίσκος (ίσως από τον Βαρθ. Κονταρίνην) ίνα ελευθερώσει την θείαν του Φράγκου Δούκα Αντζαγιόλη, Κιάραν Τζώρτζη.

Και για την ιστορία η φιλόδοξη Κιάρα Τζώρτζη, πέτυχε με σουλτανική έγκριση να σφετεριστεί την εξουσία του επιτροπευόμενου γιου της Φραγκίσκου (1451-1455) μέχρι το 1455, οπότε ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ διέταξε την απομάκρυνση της Κιάρας και του συζύγου της Βαρθολομαίου Κονταρίνι. Ο διάδοχός της Φράγκος, γιος του Δούκα Αντόνιο, φυλάκισε την Κιάρα στα Μέγαρα και αργότερα τη φόνευσε. Με πρόσχημα το φόνο της Κιάρας, ο Ομάρ πασάς κατέλαβε την Αθήνα (Ιούνιος 1456) εκτός από την Ακρόπολη, που υπεράσπιζε απεγνωσμένα ο Φράγκο μέχρι τον Ιούλιο του 1458. Με την άλωση της Ακρόπολης ολοκληρώθηκε η κατάκτηση του δουκάτου της Αθήνας, που πέρασε μαζί με τον λοιπό ελληνικό κόσμο και τον Πειραιά στην περίοδο της τουρκοκρατίας (1456-1821).

Τον Αύγουστο του 1458 μπήκε στην Αθήνα ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ για να δει και να θαυμάσει, όπως ήταν η επιθυμία του, τα αρχαία μνημεία και απέδωσε επιείκεια στους κατοίκους και την παραχώρηση πολλών προνομίων.


συνεχεια...
.

30 Αυγούστου 2007

Προσωκρατικοι φιλοσοφοι.

Η προσωκρατική φιλοσοφία γεννήθηκε στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. στις Ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Η ίδρυση της Ιωνικής σχολής της Μιλήτου αποτελεί το οριακό σημείο έναρξης της προσωκρατικής σκέψης και ουσιαστικά της πρώτης φιλοσοφικής σκέψης στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι είναι οι πρώτοι φιλόσοφοι. Οι Έλληνες παντρεύουν μέσα τους την αρχαία Ελληνική μυθολογία με την έλλογη σκέψη και αναζητούν στη φύση όλες εκείνες τις δυνάμεις που την απαρτίζουν. Οι φυσικοί προσωκρατικοί φιλόσοφοι ασχολούνται εξ ολοκλήρου με την πρωταρχική αιτία του κόσμου και με τις δυνάμεις εκείνες που στηρίζουν την πλάση και τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι έδρασαν στην Μικρά Ασία, τη Θράκη, τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία. Η Μίλητος γέννησε τους Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξιμένη, η Έφεσος τον Ηράκλειτο, η Σάμος τον Πυθαγόρα και Μέλισσο, τα Αβδηρα τον Δημόκριτο, η Σικελία τον Εμπεδοκλή, η Ελέα τους Παρμενίδη και Ζήνωνα.Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι άπλωσαν,με την σκέψη τους, τα φτερά του πολιτισμού και της φιλοσοφίας. Όλες οι έννοιες και οι επιστήμες, που μέχρι και σήμερα αναπτύσσονται αλματωδώς, είναι πνευματικά τέκνα αυτών των φιλόσοφων. Η έννοια της ύλης, η έννοια του απείρου, η έννοια της δύναμης, του αριθμού, της κίνησης, του Είναι, του γίγνεσθαι, του Οντος, του Ατόμου, του χωροχρόνου, είναι δημιουργήματα αυτής της φιλοσοφικής σκέψης. Ο Σωκράτης μεγάλωσε μέσα στο πνεύμα των προσωκρατικών φιλοσόφων και αξιοποίησε τις γνώσεις και την σοφία τους. Η παιδεία του στηρίχτηκε στην προσωκρατική φιλοσοφία και η μορφή του άλλαξε τον κόσμο. Ο Σωκράτης έδωσε για πρώτη φορά στη φιλοσοφία ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Η έλλειψη αυτή του στοιχείου, από την ως τότε φιλοσοφική σκέψη, είναι ο κύριος λόγος που δόθηκε στους προηγούμενους από αυτόν φιλοσόφους ο τίτλος προσωκρατικοί.

Η ηθική φιλοσοφία του Σωκράτη στέλνει το φως της φιλοσοφίας ακόμα πιο μακριά στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο. Η έκταση της προσωκρατικής φιλοσοφίας είναι μικρή αλλά η επιρροή που προκάλεσε σε όλο τον μετέπειτα Ελληνικό και δυτικό πολιτισμό κολοσσιαία. Το άλμα, από τον θρησκευτικό φόβο στο ελεύθερο και καθαρό πνεύμα, είναι το σημαντικότερο στην ιστορία της επιστήμης και δεν έχει προηγούμενο σε κανένα άλλο πολιτισμό. Ο σημερινός άνθρωπος είναι εξοικειωμένος με την επιστημονική σκέψη. Την εποχή όμως εκείνη η τομή αυτή που γεννά την φιλοσοφία από τη μυθολογία και την ποίηση είναι πολύ δύσκολη και αντιμετωπίζεται από τους μελετητές με θαυμασμό. " Σε ολόκληρη την ιστορία, τίποτε δεν είναι πιο εκπληκτικό ή τόσο δύσκολο να περιγραφεί όσο η αιφνίδια άνοδος του πολιτισμού στη Ελλάδα. Πολλά απ' όσα δημιουργούν τον πολιτισμό υπήρχαν ήδη επί χιλιάδες χρόνια στην Αίγυπτο και στη Μεσσοποταμία, και είχαν απλωθεί από εκεί στις γειτονικές χώρες. Αλλά ορισμένα στοιχεία έλειπαν, ωσότου τα προμήθευσαν οι Έλληνες. Το τι απετέλεσαν στην τέχνη και τη λογοτεχνία είναι γνωστό στον καθένα, αλλά ό,τι έχουν πραγματοποιήσει στον καθαρά διανοητικό τομέα είναι ακόμη εξαιρετικότερο." (Bertrand Russel).


29 Αυγούστου 2007

Μια ζωντανή αναφορά.

Ολη η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μια ιστορία σκληρής εκμετάλλευσης και μεγάλων κοινωνικών αγώνων. Η μνήμη τους είναι μια ζωντανή αναφορά στα κινήματα που σημειώνουν τόσο συνταρακτικές επιτυχίες στη Λατινική Αμερική τα τελευταία χρόνια.

Κάτι που εντυπωσιάζει στα μπάριος του Καράκας είναι οι τοιχογραφίες. Μεγάλες συνθέσεις με έντονα χρώματα όπου μαζί με τα συνθήματα ξεχωρίζουν τα πρόσωπα: ο Τσε Γκεβάρα και ο Σιμόν Μπολιβάρ είναι οι πιο συχνές παρουσίες. Ο Σιμόν Μπολιβάρ ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς ηγέτες των αντιαποικιακών επαναστάσεων και πολέμων που έδιωξαν τους Ισπανούς αποικιοκράτες από τη Λατινική Αμερική στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Στη Βολιβία, οι οργανώσεις των Ινδιάνων που έχουν παίξει κεντρικό ρόλο στους αγώνες και τις εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων έχουν τα δικά τους σύμβολα: το όνομα του Τουπάκ Κατάρι ενός από τους ηγέτες της εξέγερσης των αυτοχθόνων Ινδιάνων που σάρωσε το Περού και τη Βολιβία το 1780.

Όταν πέντε αιώνες πριν οι Ισπανοί και Πορτογάλοι κονκιστανδόρες «ανακάλυψαν» την αμερικάνικη ήπειρο ρίχτηκαν στο πιο άγριο πλιάτσικο του «Νέου Κόσμου». Εξαφάνισαν ολόκληρους πολιτισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες Ινδιάνοι πέθαναν δουλεύοντας αλυσοδεμένοι στις φυτείες και τα ορυχεία. Τα κενά τα κάλυπταν Μαύροι σκλάβοι.

Η Ισπανική Αυτοκρατορία έχασε τις κτήσεις της στη Λατινική Αμερική στις αρχές του 19ου αιώνα. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης ταξίδεψαν στη Λατινική Αμερική και ενέπνευσαν ανθρώπους σαν τον Σιμόν Μπολιβάρ που οραματίστηκε μια ενιαία δημοκρατία για όλη την περιοχή. Οι αγώνες της ανεξαρτησίας κράτησαν από το 1810 μέχρι το 1825.