Valediction
This is the way the world ends:
Not with a bang but with a whimper.
T.S. Eliot, "The Hollow Men" (1924-25)
This is the way the world ends:
Not with a bang but with a whimper.
T.S. Eliot, "The Hollow Men" (1924-25)
I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing: wait withour love
For love would be love of the wrong thing: there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.
Σάββατο
Προπάντων ηρεμία. Οι ώρες κυλούν αργά, αδιάφορα. Ποιος νοιάζεται τώρα για το χρόνο;
Κυριακή
Αυτές οι αργίες και οι γιορτές… Προσχήματα για να μιλήσεις. Δεν θέλω να μιλήσω. Θα κλείσω τα τηλέφωνα σήμερα, θα σύρω τις κουρτίνες, να μη μπαίνει φως – έτσι κι αλλιώς, η μέρα φέρνει ένα φως χλωμό, αρρωστημένο. Κλείνω τα μάτια μου, αλλά δεν μπορώ να το απομονώσω.
Δευτέρα
Σήμερα θα είμαι χαρούμενη. Έκανα πρόβες όλο το πρωί, στημένη απέναντι στον καθρέφτη. Μετά από πολλές απόπειρες, βρήκα το ιδανικό μου προσωπείο.
Τρίτη
Δειλά έρχεται το πρωινό. Σχεδόν διστακτικά. Σαν να μη θέλει να το διώξει το σκοτάδι.
Τετάρτη
Α, πάνε τόσες μέρες τώρα. Παίζω με τις ελλείψεις. Και χάνω, μια μετά την άλλη, τις παρτίδες.
Πέμπτη
Ένα παιδί με κοίταξε σήμερα στο δρόμο. «Γιατί είστε τόσο λυπημένη;» Ύστερα, έφυγε γρήγορα με το ποδήλατό του, χωρίς να περιμένει την απάντηση.
Παρασκευή
Τελειώνει η εβδομάδα. Από αύριο αρχίζει μια καινούρια: έτσι τις μετράω πια τις εβδομάδες – απ’ το τέλος τους.
Από τη συλλογή Estravagario του Pablo Neruda
Όμως επειδή ζητάω σιωπή,
μη νομίσετε πως θα πεθάνω:
μου συμβαίνει εντελώς το αντίθετο:
συμβαίνει πως πρόκειται να βιωθώ.
Συμβαίνει πως είμαι και ότι συνεχίζω.
Και επειδή έζησα τόσο,
θέλω να ζήσω άλλο τόσο.
Αφήστε με μόνο μου με την ημέρα.
Ζητάω την άδεια να γεννηθώ.
Ας μη συγχέουν αυτό που θέλω
με την οριστική αδράνεια:
ζωή είναι μονάχα αυτό που γίνεται,
δεν έχω τίποτα να κάνω με το θάνατο.
Τώρα αντιλαμβάνομαι ότι δεν υπήρξα
μόνο ένας άνθρωπος αλλά πολλοί,
κι ότι πέθανα τόσες φορές
δίχως να μάθω πώς ξανάζησα·
σαν ν' άλλαζα φορεσιά
βάλθηκα να ζήσω άλλη ζωή,
και, νάμαι πάλι εδώ χωρίς να ξέρω
Επιστρέφω και δεν ξαναφεύγω,
ποτέ πια δε θέλω να γελαστώ,
είναι επικίνδυνο να περπατάς
προς τα πίσω γιατί ξάφνου
το παρελθόν γίνεται φυλακή.
Δεν υπάρχει χώρος πιο πλατύς από τον πόνο.
Σήμερα πιστεύεις όλα όσα σου ιστορώ.
Αύριο θ' αρνηθείς το φως.
Αυτό που θέλω εγώ είναι να σ' αγαπούν
και να μη γνωρίσεις το θάνατο.
Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα που
μιλώ δεν έχει αλφάβητο
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβι-
κή που την αποκρυπτογραφείς μονάχα τους καιρούς της
λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδοχι-
κές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για
να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λό-
γο
Σ' ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάν-
τοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορει να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλ-
λους και να δώσει μιαν αλήθεια
Οπότε βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα
-Αυτό.
Την πλησίασε, προσπαθώντας να κρύψει τη δυσφορία του.
-Είναι ραγισμένος. Ας πάρουμε μόνο την κορνίζα. Μπορούμε ν’ αντικαταστήσουμε το κρύσταλλο· οποιοδήποτε κρύσταλλο γίνεται καθρέφτης, αν βάψεις μία επιφάνειά του με ειδική μπογιά.
-Τότε θα είχαμε έναν ψεύτικο καθρέφτη.
-Τι θα πει πάλι αυτό;
Το βλέμμα της γλίστρησε από το ράγισμα στο πρόσωπό του.
-Έναν καθρέφτη που δεν θα απέδιδε πιστά τις μορφές.
Εκείνος μισούσε τους καθρέφτες. Έλεγε πως του θύμιζαν θάνατο.
Πόσο μέσα στη νύχτα μικραίνει ο κόσμος, σβήνονται οι φωνές, οι μουσικές απομακρύνονται, περνάω απέναντι, κλείσε το παράθυρο, άρχισε να φυσάει νοτιάς, η κόκκινη σκόνη θα βάψει ανελέητα το τελευταίο χιόνι, λιώνουν οι πάγοι πέρα μακριά, η στάθμη των υδάτων ανεβαίνει, περπάτησα επί των υδάτων, έσκαψα με τα χέρια μου το παγωμένο χώμα, ρίζες μπλεγμένες, ξερές, απολιθώματα αιώνων, ενθύμια ζωής περασμένης, οι παλαιοντολόγοι θα τα μελετήσουν κάποτε αναζητώντας την ερμηνεία του θανάτου σε βροχές μετεωριτών σε ουρές φλεγόμενου κομήτη, πώς χάθηκε η ζωή εδώ, πού χάθηκε η ζωή μου, ένα τόξο απομένει για να κλείσει ο κύκλος, το τελευταίο βέλος στη φαρέτρα, τέντωσε τη χορδή, σημάδεψε. Απέναντί σου στέκομαι με τα μάτια κλειστά. Ο τελευταίος ήχος, η σαΐτα που σκίζει τον αέρα. Ο πόνος οξύς – σαν ένα «αντίο» που λέγεται απροσδόκητα.
Απέναντί σου στέκομαι με τα μάτια κλειστά.
Σημάδεψε.
Νύχτα – παραμονή της Άνοιξης
Πρέπει να κρύβομαι ακόμη κι από σένα. Μου ζήτησες να μη σου γράφω πια.
– Είναι πολύ όλο αυτό, Isabelle, μας κάνει κακό όλο αυτό, μοιάζει σχεδόν με ύβρη.
Κι έτσι με καταδίκασες στη σιωπή. Μου πήρες μια-μια τις λέξεις και τις σφράγισες. Ακόμη κι έτσι, δεν αλλάζει
...I shall hold my tongue
Because I would not dull you with my song.
Όμως, οι λέξεις μου ελάχιστα μπορούν πια να εμποδίσουν.
Θα σιωπήσω αφού το θες. Μη σου ταράζω πια τα όνειρα. Θα ψιθυρίζω μόνη μου τις νύχτες, μονολογώντας, μονολογώντας, ακόμη και αν έφευγες.
My love is strengthened, though more weak in seeming;
I love not less, though less the show appear.
Μη μου ζητήσεις τίποτα άλλο πια. Δεν έχω τίποτα άλλο.
Στην προηγούμενη ζωή της ήταν μια αναιμική δεσποσύνη, φυλακισμένη στην ψηλότερη κάμαρα ενός πύργου ή μήπως μια περιπλανώμενη μάγισσα, η μόνη που δεν φοβόταν να περάσει μέσα από το στοιχειωμένο δάσος της Θουριγγίας; Αδιάφορο: όποια εκδοχή κι αν επιλέξουμε, στο τέλος πάντα εκείνη απομένει μόνη της, να κοιτά με κουρασμένο βλέμμα τον άδειο ορίζοντα ή να καρφώνει τα μάτια της στην πυρά.
Αλλά δεν μπορώ πια να πλάθω ιστορίες. Στο τέλος, ακόμη και οι επινοήσεις μου αποφασίζουν να μ’ εγκαταλείψουν - φαίνεται πως τους δίνω περισσότερη ζωή απ’ ό,τι χρειάζεται.
Κάποτε προσπάθησα να μπω κι εγώ στην ιστορία, να τους βλέπω από κοντά, να διαπιστώσω τι συμβαίνει, πώς γίνεται και βρίσκουν το δρόμο προς την έξοδο, από ποια χαραμάδα δραπετεύουν. Μάταιο: και πάλι έφυγαν, φροντίζοντας να μείνω δέσμια μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που ήξερα πολύ καλά, αφού εγώ τον είχα φτιάξει.
Δεν είχα πολλές επιλογές. Τι θα μπορούσα να κάνω σ’ έναν τέτοιον κόσμο; Ν’ ανακαλύψω τις εκπλήξεις του ή να κατασκευάσω έναν άλλον, είδωλον ειδώλου, ξαναρχίζοντας το παιχνίδι και ελπίζοντας σε διαδοχικές αποδράσεις που, εν τέλει, θα με εγκλώβιζαν όλο και περισσότερο; Κι έτσι, τον παρέδωσα στην πυρά, έβαλα φωτιά στην άκρη του δάσους, ύστερα άρχισε να δυναμώνει ο άνεμος, οι σπίθες ταξίδευαν γρήγορα μέσα στο σκοτάδι, οι φλόγες απλώνονταν, σε χρόνο ελάχιστο όλα έγιναν στάχτη στα πόδια μου. Τίναξα μηχανικά τα ρούχα μου, κοίταξα αφηρημένα τα εγκαύματα και ξεκίνησα αργά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και πριν ακόμη βρω τη θάλασσα, το είχα μετανιώσει: επειδή, έτσι κι αλλιώς, αυτός ο κόσμος μόνο δικός μου ήτανε, κανείς δεν τον υποπτευόταν και κανείς δεν θα τον ανακάλυπτε ποτέ. Αλλά, πολλές φορές, δεν αντέχεις να βλέπεις τη μοναξιά σου· σου αρκεί να τη νιώθεις μόνο. Και να πιστεύεις ότι την ξεγελάς.
Ίλιγγος
Μπορούσα να διαβάσω το μίσος στα μάτια του. Τον είχα ακούσει να μου λέει ότι πνίγεται, ότι δεν μπορεί ν’ αντέξει, ότι όλο αυτό είναι ολέθριο. Και του είπα ότι δεν το άξιζε. Ότι φοβόταν. Ότι ήταν φτιαγμένος για φτηνά συναισθήματα, φτηνές σχέσεις, φτηνές γυναίκες. Κάτι είπε, δεν θυμάμαι τι, ίσως μου ζήτησε να σταματήσουμε, ήταν ανόητο έτσι κι αλλιώς, είχε ξεκινήσει από μια ανόητη αιτία. Αλλά δεν τον άκουσα, δεν μπορούσα ν’ ακούσω, το μόνο που είχε καρφωθεί στο μυαλό μου ήταν εκείνο το μίσος στα μάτια του. Θα μπορούσα να τον σκοτώσω. Εγώ τον μισούσα περισσότερο, ακριβώς επειδή είχε τη δύναμη να ανατρέψει όλες μου τις αποφάσεις, να με ελέγχει και μόνο με μια απλή ματιά.
Μετά δεν ξέρω τι έγινε. Νομίζω στα μάτια του έπαιξε μια λάμψη ειρωνείας, κάτι σαν κρυμμένη πρόκληση. Τον χαστούκισα με όση δύναμη είχα, τα δάχτυλά μου μούδιασαν, είδα το πρόσωπό του να συσπάται από τον πόνο. Δεν μίλησε, δεν είπε λέξη. Ήθελα να ξεσπάσω σε κλάματα, αλλά από το λαιμό μου βγήκε ένα υστερικό γέλιο. Έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να βγω από το δωμάτιο, βροντώντας πίσω μου την πόρτα – δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα ποτέ. Δεν θα έφευγα ποτέ.
Α, θεέ μου, χρειάζομαι ένα ποτό. Πήγα στην κουζίνα, πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, το είχε ανοίξει πριν αρχίσει αυτός ο ηλίθιος καυγάς. Ήπια γρήγορα μερικές γουλιές, το ένιωσα να με καίει στο λαιμό, αλλά ίσως να ήταν εκείνος ο κόμπος. Ήθελα να ξεσπάσω σε κλάματα, αλλά δεν θα το έκανα – όχι μπροστά του. Δεν θα τον άφηνα να δει πως με είσε συντρίψει.
Καθόταν στον καναπέ. Κάθισα απέναντί του χωρίς να του ρίξω ούτε μια ματιά. Άναψα ένα τσιγάρο, ο καπνός μου έκαψε τα μάτια, άκουσα τον ήχο από τον αναπτήρα του, μια βαθιά αναπνοή. Τι να σκεφτόταν; Με μισούσε ακόμη;
Το ξέρω ότι με κοίταζε. Πάντα το ένιωθα όταν με κοίταζε – ήταν σαν να με απομόνωνε από τον κόσμο, σαν να διεκδικούσε τα πάντα, ακόμη και την ανάσα μου. Αρκούσε να με κοιτάξει για να γκρεμιστούν τα πάντα, όλα, οτιδήποτε.
Σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε στην κουζίνα. Του φώναξα να φέρει μαζί του το κρασί και να σβήσει το φως. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει.
Θα τον περίμενα μέσα στο σκοτάδι.
Adeline
Σε κοιταζω , σε παρατηρω.
Καθεσαι απεναντι μου, καπνιζοντας και πινοντας κοκκινο κρασι.
Δεν εχουν περασει παρα μερικα λεπτα απο τη στιγμη που με χτυπησες.
Στεκομουν εκει χωρις αντιδραση.
Σε κοιταζα με μισος. Σου ειχα ζητησει να σταματησουμε αυτον τον ανοητο καυγα.
Δεν οδηγουσε πουθενα παρα μονο στη βια.
Στο ειπα κιολας, η βια γενναει βια, μη συνεχιζεις.
Εσυ ηθελες να πεις περισσοτερα, να βγαλεις απο μεσα σου οτι αισθανοσουν.
Μου ειπες πως ειχε ερθει η ωρα να μαθω ποσο θανασιμη ησουν.
Πως την προδοσια μου θα την πληρωνα ακριβα.
Τοτε ηταν που με χτυπησες, δυνατα , πανω ακριβως στο αυτι.
Για να με πονεσεις περισσοτερο.
Ειδες στα ματια μου τον πονο, ενιωσες τη λεξη που επνιξα στην κραυγη μου.
Ειδες το μισος μου για σενα.
Και γελασες δυνατα, υστερικα, μολις καταλαβες πως δεν θα αντιδρουσα.
Εκανες δυο βηματα πισω και πηγες στην κουζινα να βαλεις στο ποτηρι το κρασι.
Ετσι βρεθηκαμε στους καναπεδες , σχεδον αντικρυστα ο ενας απο τον αλλον.
Αναψαμε τσιγαρο σχεδον ταυτοχρονα.
Τραβηξα δυο τρεις βιαστικες ρουφηξιες για να καλμαρω λιγο.
Εσυ ανακατευεις τον καπνο μαζι με γουλιες κοκκινου κρασιου.
Δεν μιλαμε.
Ουτε καν με κοιτας.
Προσπαθω να παρω το βλεμμα μου απο πανω σου, αλλα δεν μπορω.
Θελω να ξεχασω αυτο που εγινε, τα λογια σου, τον ανοητο καυγα μας αλλα δεν μπορω.
Πως μπορεις να εισαι τοσο κακια μαζι μου?
Πως μπορεις να με προσβαλλεις ετσι?
Προσπαθεις να βολευτεις στον καναπε καλυτερα.
Καθως απλωνεις τα ποδια σου , κατα λαθος σηκωθηκε λιγο η φουστα σου.
Ειναι δυνατον να το κανεις επιτηδες?
Ακομα και τωρα να παιζεις μαζι μου?
Χωρις να μου δινεις καθολου σημασια να με ελεγχεις τοσο πολυ?
Δεν μπορω να παρω το βλεμμα μου απο τα ποδια σου.
Πρεπει να ηρεμησω κι εγω για να μη γινουν χειροτερα τα πραγματα.
Αυτη τη στιγμη το κρασι φανταζει σαν η μονη διεξοδος.
Δε βαριεσαι, σημερα θα πιω κι εγω κανα-δυο ποτηρια.
Σηκωνομαι να φερω το ποτηρι μου.
-αγαπη μου , αν πηγαινεις στην κουζινα φερε μαζι σου και τη μπουκαλα με το κοκκινο κρασι , κλεισε και τα φωτα σε παρακαλω, σημερα εχω ενα φοβερο πονοκεφαλο.
Labels: corsair
…………………………………………………………
-Δεν το άντεξες. Έφυγες.
-Δεν έφυγα.
-Έφυγες. Επειδή φοβόσουν.
-Όχι. Απλώς απομακρύνθηκα.
-Δεν άντεξες την υποψία πως μπορεί να μην ήσουν εσύ εκείνη.
-Δεν μπορώ να υποδύομαι ξένους ρόλους.
-Μπορούσες να το διεκδικήσεις.
-Θέλω ένα άγραφο χαρτί.
-Δεν υπάρχει.
-Μπορούσες να φτιάξεις τα πάντα από την αρχή.
-Έπρεπε να μείνεις.
-Ναι, έπρεπε.
……………………………………………………………
(Παίρνεις δύο χαρακτήρες και τους βάζεις σ’ ένα σκηνικό. Θα είναι χειμώνας; Ναι, χειμώνας, λίγο πριν σκοτεινιάσει. Μιλάνε. Ανταλλάζουν βλέμματα. Τριγυρίζουν στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Τους παρακολουθείς να πλησιάζει ο ένας τον άλλον και μετά ν’ απομακρύνονται. Μπορείς να τους βάλεις να κάνουν έρωτα ή να τους σκοτώσεις· ίσως, τελικά, να μην υπάρχει διαφορά).
Ο ύπνος - χαμένο στοίχημα. Άλλοτε φεύγει και χάνεται, χάρισμα στη νύχτα: «Ζήσε περισσότερο, μην παραδέρνεις ανάμεσα σε χαμένες ώρες - το φως έρχεται πολύ γρήγορα όταν δεν περιμένεις να το δεις». Κι άλλοτε, βαραίνει με ψεύτικες υποσχέσεις. Αλλάζει ουσία το ανέφικτο; Όχι. Ξαγρυπνούσα νύχτες ολόκληρες στη σειρά, προκαλώντας τη μοίρα να μου χαρίσει εκείνη τη μαγική αϋπνία των ηρωίδων του Gabriel Garcia - μια αϋπνία που κατέληγε θριαμβευτικά στην οριστική απώλεια της μνήμης. Και της αίσθησης. Δεν θα θυμάμαι τίποτα. Δεν θα αισθάνομαι τίποτα. Όλα όσα έχω γράψει θα ξαναγίνουν απρόσιτα. Όλες μου οι ζωές θα βυθιστούν - χωρίς ίχνη. Δεν θα μπορώ να αναγνωρίσω, επειδή θα έχω χάσει ό,τι γνώρισα. Οι λέξεις δεν θα μου λένε τίποτα - θα παραμένουν σιωπηλές. Μια καινούρια ζωή, λευκή ή μαύρη - αδιάφορο. Μονόχρωμη.
Η μοίρα δεν δέχτηκε την πρόκληση. Πολλαπλασίαζε την αϋπνία, κάνοντας τη μνήμη τυραννική. Θυμάμαι τα πάντα - ένας καταραμένος Funes, el memorioso - νιώθω τα πάντα, η αίσθηση δημιουργεί πραγματικότητες που δεν υπάρχουν, με πείθει ότι είναι απτές, μα δεν αντέχουν στο άγγιγμά μου. Αλλά, οι αναμνήσεις μου αποδείχτηκαν κλεμμένες· κάποια άλλη τις είχε ζήσει, πριν από μένα, εγώ απλώς τις θυμόμουν, νομίζοντας ότι ήταν η δική μου ζωή. Κι έτσι απέμεινα καταδικασμένη σε μιαν αιώνια αγρυπνία, ένα πένθιμο Pervigilium, να φθονώ τον ύπνο, από φόβο για τα όνειρα που μου έφερνε.
Γιατί δεν αρκεί να ονειρεύεσαι· θα πρέπει τα όνειρά σου να μην είναι επανάληψη της ζωής των άλλων.
Σε κοιταζω , σε παρατηρω.
Καθεσαι απεναντι μου, καπνιζοντας και πινοντας κοκκινο κρασι.
Δεν εχουν περασει παρα μερικα λεπτα απο την στιγμη που με κτυπησες.
Στεκομουν εκει χωρις αντιδραση.
Σε κοιταζα με μισος. Σου ειχα ζητησει να σταματησουμε αυτον τον ανοητο καυγα.
Δεν οδηγουσε πουθενα παρα μονο στην βια.
Στο ειπα κιολας, η βια γενναει βια, μην συνεχιζεις.
Εσυ ηθελες να πεις περισσοτερα, να βγαλεις απο μεσα σου οτι αισθανοσουν.
Μου ειπες πως ειχε ερθει η ωρα να μαθω ποσο θανασιμη ησουν.
Πως την προδοσια μου θα την πληρωνα ακριβα.
Τοτε ηταν που με κτυπησες, δυνατα , πανω ακριβως στο αυτι.
Για να με πονεσεις περισσοτερο.
Ειδες στα ματια μου τον πονο, ενιωσες την λεξη που επνιξα στην κραυγη μου.
Ειδες το μισος μου για σενα.
Και γελασες δυνατα, υστερικα, μολις καταλαβες πως δεν θα αντιδρουσα.
Εκανες δυο βηματα πισω και πηγες στην κουζινα να βαλεις στο ποτηρι το κρασι.
Ετσι βρεθηκαμε στους καναπεδες , σχεδον αντικρυστα ο ενας απο τον αλλον.
Αναψαμε τσιγαρο σχεδον ταυτοχρονα.
Τραβηξα δυο τρεις βιαστικες ρουφηξιες για να καλμαρω λιγο.
Εσυ ανακατευεις τον καπνο μαζι με γουλιες κοκκινου κρασιου.
Δεν μιλαμε.
Ουτε καν με κοιτας.
Προσπαθω να παρω το βλεμμα μου απο πανω σου, αλλα δεν μπορω.
Θελω να ξεχασω αυτο που εγινε, τα λογια σου, τον ανοητο καυγα μας αλλα δεν μπορω.
Πως μπορεις να εισαι τοσο κακια μαζι μου?
Πως μπορεις να με προσβαλλεις ετσι?
Προσπαθεις να βολευτεις στον καναπε καλυτερα.
Καθως απλωνεις τα ποδια σου , κατα λαθος σηκωθηκε λιγο η φουστα σου.
Ειναι δυνατον να το κανεις επιτηδες?
Ακομα και τωρα να παιζεις μαζι μου?
Χωρις να μου δινεις καθολου σημασια να με ελεγχεις τοσο πολυ?
Δεν μπορω να παρω το βλεμμα μου απο τα ποδια σου.
Πρεπει να ηρεμησω κι’εγω για να μην γινουν χειροτερα τα πραγματα.
Αυτη την στιγμη το κρασι φανταζει σαν η μονη διεξοδος.
Δε βαριεσαι, σημερα θα πιω κι’εγω κανα-δυο ποτηρια.
Σηκωνομαι να φερω το ποτηρι μου.
-αγαπη μου , αν πηγαινεις στην κουζινα φερε μαζι σου και την μπουκαλα με το κοκκινο κρασι , κλεισε και τα φωτα σε παρακαλω, σημερα εχω εναν φοβερο πονοκεφαλο.
Θα ήθελα να ήμουν εγώ εκείνη. Θα ξενυχτούσες για μένα. Θα σκεφτόσουν πώς να περάσει ο χρόνος μέχρι την επόμενη συνάντηση. Θα προσπαθούσες να μαντέψεις τι κρύβεται πίσω από το βάθος του βλέμματος. Θα αναρωτιόσουν για τα νοήματα των λέξεων. Δεν θ’ άντεχες τη μοναξιά. Θα αναζητούσες να την πνίξεις σε ανούσιες συζητήσεις, σε μεθυσμένες νύχτες, σε ψευδαισθήσεις που θα σου έδινε ένα ξένο σώμα. Και δεν θα τα κατάφερνες. Θα μ’ έβρισκες στη μουσική· θα με έψαχνες στους δρόμους άδειων πόλεων· θα νόμιζες ότι με έβλεπες σε φευγαλέα πρόσωπα.
Θα ήθελα να ήμουν εγώ εκείνη. Όχι για να σε πλήγωνα. Αλλά για να μ’ έχεις αγαπήσει.
Θέλεις να προσδιορίσω αυτό που νιώθω; Ας πούμε ότι είναι η απαρχή ενός έρωτα.
Σου φαίνεται περίεργο; Τότε, καλώς επέλεξα την ήπια διατύπωση· η αλήθεια μπορεί και να σε τρόμαζε.
Μπορώ να το καταπολεμήσω; Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο – όμως, δεν θέλω.
Γιατί; Επειδή δεν θα μου αρέσει ο κόσμος πια χωρίς αυτό.
Λες ότι δεν μας βγάζει πουθενά; Το ξέρω, μα είναι το τελευταίο που με απασχολεί.
Με νοιάζουν τα δικά σου συναισθήματα; Όχι, δεν με νοιάζουν· θα ήταν αφόρητο να εξαργυρώσω αυτό που νιώθω, με αντίτιμο τη δική σου ενδεχόμενη ανταπόκριση.
Είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό; Μόνο με την έννοια ότι υπάρχεις.
Στην πραγματικότητα, δεν ερωτεύτηκα εσένα αλλά μία πλασματική σου εικόνα; Πιθανόν, αλλά μπορείς να μου προσδιορίσεις σε ποιο σημείο διαφέρουν;
Είναι επικίνδυνο να συντηρώ αυτό το συναίσθημα; Δεν είναι επικίνδυνο να ονειρεύεσαι, όταν γνωρίζεις πολύ καλά ποια είναι η πραγματικότητα.
Πώς είναι δυνατόν να έχω προσδοκίες από ένα όνειρο; Μέσα στα όνειρα, μπορούν να γίνουν τα πάντα.
Καθώς περνάει ο καιρός θα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο και θα υποφέρω; Ναι – ποια είναι η επόμενη ερώτηση;
(Σκηνικές οδηγίες: άδειο δωμάτιο· μόνον ένας ολόσωμος καθρέφτης. Το πρόσωπο στέκεται απέναντι· δεν κινείται καθόλου. Τα πάντα μεταδίδονται από τον τόνο της φωνής: θα πρέπει να έχει εκείνη την αλαζονική δύναμη σαν βρισκόταν απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα).
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Εγώ που σ’ αγαπώ». «Πες πάντα» «Πάντα»
Δεν πίστευε στο χρόνο. Μέρες και νύχτες, χρόνια ολόκληρα περιφερόταν ανέμελα στις παρυφές του, έπαιζε ξεγελώντας τον με ώρες αϋπνίας, κέρδιζε τη ζωή που οι άλλοι έχαναν στα δευτερόλεπτα του ύπνου. Και, κάθε φορά, γελούσε δυνατά στο άκουσμα της λέξης: Πάντα. Μα, κάποτε, βρέθηκε να ακροβατεί στην άκρη του κενού, με τον ίλιγγο να επιβεβαιώνεται σε κάθε πιθανό της βήμα. Ούτε κι εκεί ο χρόνος είχε νόημα. Μόνον η κατεύθυνση: μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα στο κενό και στο σκοτάδι και ήταν αδιάφορο σε ποια ώρα της μέρας, σε ποιο μήνα του χρόνου, σε ποιο χρόνο του αιώνα που περνούσε. Το κενό ή το σκοτάδι. Το κενό ήταν το όνειρο, η πτώση, το αδιέξοδο, ο θάνατος. Το σκοτάδι ήταν μόνο σκοτάδι. Άλλος ένας θάνατος δηλαδή, αλλά χωρίς το όνειρο. Τότε μόνο κατάλαβε τι σημαίνει Πάντα. Και στράφηκε χαμογελώντας στο κενό.
Νύχτα. Χειμώνας. Στη Βιέννη – χορεύοντας το βαλς του Nino Rota από το Godfather.
Τέλη φθινοπώρου, νύχτα. Θεσσαλονίκη. Περπατώντας στον παραλιακό, μεταξύ Λευκού Πύργου και Macedonia Palace.
Τέλη ανοίξεως. Απόγευμα, λίγο πριν από το σούρουπο. Ιθάκη. Συζητώντας για τα πάντα.
Τέλη φθινοπώρου. Ξημερώματα. Περπατώντας στους γκρίζους δρόμους του Εδιμβούργου.
Μέσα καλοκαιριού, και πάντως μετά το ηλιοστάσιο. Νύχτα. Σε μια παραλία κοντά στην αρχαία Νικόπολη. Οι διάττοντες να πέφτουν στο Ιόνιο. Μουσική, οτιδήποτε του Leonard Cohen.
(Είναι ένα αίνιγμα φυσικά. Το αίνιγμα του λαβυρίνθου).